εγκώμιο του αδελφού μου

021

        Απ’ τον καιρό που τσακωνόμασταν για το κομμάτι της τάρτας το καλό, που τα αγγλικά τα άκουγες γλυκά και μέσα στη ντουλάπα μας έβρισκες μια σπηλιά, ζώα, πουλιά που πάραυτα  σου τα βάφτιζα για να τα θάψουμε μαζί λίγο μετά, πέρασαν τούρτες, κεράκια, πέρασαν δάση βαριά. Ψηλότερος τώρα εσύ  όλα τα φτάνεις, νάρνια, λέω, και κατεβάζεις τα άλμπουμ με τα αληθινά βαφτίσια, λάμπουν ευθύς όλα μας τα βασίλεια κι ας βρίσκει το κεφάλι μας στην πόρτα. Νερό, έπειτα, ζητώ και μου το φέρνεις. Και καφετιέρα μου αγόρασες και μαγειρεύεις κιόλας. Με χωριάτικη πίστη, ακλόνητη, παιδί μου σε καλώ ακόμα κι αφού μπορώ, χορταίνω με τα γεύματα σου όλα.

Σπίτι στο χώμα

100_1586-001

 

Με πήρε στο τηλέφωνο η μητέρα, δεν τρως, δεύτερη μέρα στη σειρά. Τέρας σωστό εγώ, ρώτησα μόνο τι θα γίνει παραπέρα και η Αντιγόνη απέναντι έριξε δύο δάκρυα στον καφέ. Πήρα το τρένο, ίδια σφαίρα, δεν ξέρεις πόσο με ταλαιπωρούν αυτές οι διαδρομές. Ξαπλώσαμε μαζί στο άσπρο κρεβάτι, τα ‘βαλα με τις νοσοκόμες και το δέχτηκαν, δεν έχει άλλος τέτοια εγγονή ―μου έκλεισες το μάτι. Ήρθες και την άλλη μέρα στον ύπνο μου. Τραβώντας απαλά το δίχτυ απ’ το στομάχι σου, μου έδειξες πως έφτιαξες τους κήπους: λοιπόν,  από εσένα κυλήσαμε στον κόσμο, εσύ ήσουν που φρόντισες ώστε μια μέρα η καρδιά να πιάνει όλο το χώρο εδώ μέσα.

Η Κατερίνα

480154_10151490984052460_194000594_n

                                        Η κυρούλα με τα μαύρα

Η Κατερίνα

η καρδερίνα

η καρτερίνα

ε, δε βαριέσαι

η τάδε, η δείνα

 

 

*της Ν.Α., από τα νοοπαίγνια