Στο πάρκο

10383970_10152849015007460_2568600124193974308_n61718_444104977459_2851543_n

Θέλησα τον κόσμο παιδικό πάρκο
με το προστατευτικό δίχτυ του
όχι χωρίς
θέλησα το σώμα βρεφικό
με τα σάλια του
πηγαίνω
στα τέσσερα
χωρίς νόημα η ομιλία
και μόνο  το κλάμα
σε πείθει ή δε σε πείθει
τα μαλακά παιχνίδια
δεν ματώνουν λιγότερο τα ούλα
σε πλησιάζω
σου χαρίζω
ένα ξεδοντιασμένο χαμόγελο
εσύ είσαι ξένος και ατζαμής
έχω καλό προαίσθημα
σίγουρα, σίγουρα
θα με βρεις όμορφη.

Πραγματικοί αγνοούμενοι

DSCF1229

Σε δύο καθίσματα στριμωγμένη
ονειρευόμουν, νόμιζα, την έξοδο
σχέδια κατάστρωνα και πλέξεις

ώσπου με λέξεις συνεπιβαίνουσα
ως Αριάδνη μου συστήθηκε
κλώθοντας της συζήτησης το μίτο

μέχρι που με νανούρισε ο συρμός

το στόμα μου έχασκε
για ώρα φαίνεται
ομοίως ο γκρεμός

κι απαρεγκλίτως
γείραμε προς το μέρος του
την κούνια έσπρωχνε

ο πανικός

από τη σύγκρουση
ως κι ο Μινώταυρος
δήλωσε αργότερα

πως χάθηκε
απ’ τα μάτια μου
ο λαβύρινθος

κατά τον απεγκλωβισμό

είδαμε τα κομμένα κεφάλια των βοδιών
σαν θεατρίνος πάλι δήλωσε μόνο
ουφ, δεν είμαι εγώ

ενώ οι πιο ψύχραιμοι
μεταξύ τρένων και βουνών
‘ψάχναν το φράχτη

μεταξύ ημών ομοίως

κάποιος συμπλήρωσε
εκείνος, η Αριάδνη κι εγώ
απλώς πήραμε τα πόδια μας

ως τον επόμενο σταθμό
άδειος ήταν κι αποφασίσαμε
πως όλα ήταν όνειρο

σκουπίζοντας τα σάλια μας

κι ανυπερθέτως έμπειροι
σε θέματα χαμού
εκ νέου τραβήξαμε

καθένας προς το μύθο του.

 

η συκιά

DSC06016-001

                                      γεια σου Σωτήρη

Στα Γιάννινα
στο παλιό σπίτι
γλύκα η βροχή.

Στάθηκα στο κατώφλι
της ανοιχτής πόρτας
σε στάση προσοχής.

Σαν να ετοιμαζόμουν
να τραγουδήσω τον Εθνικό Ύμνο
το Πάτερ Ημών και
Αφήνω Γεια.

Θρήνος πνευστός
με σταμάτησε.

Στο τσάκισμά του
επέστρεψα
σε έναν Αύγουστο από χαλκό.

Γύρισα το βλέμμα πίσω
κατά την αυλή
αναζητώντας
να σε ξαναβρώ:

Σε είδα να κατεβαίνεις
απ’ της συκιάς την κορυφή
σαν κάθε χρόνο και ‘μενα
στις ρίζες ξαπλωμένη

σύκα να τρώμε έπειτα
να λέμε και του χρόνου
χωρίς να υπολογίζουμε
κι εκείνος αν το θέλει.