Στο πάρκο

10383970_10152849015007460_2568600124193974308_n61718_444104977459_2851543_n

Θέλησα τον κόσμο παιδικό πάρκο
με το προστατευτικό δίχτυ του
όχι χωρίς
θέλησα το σώμα βρεφικό
με τα σάλια του
πηγαίνω
στα τέσσερα
χωρίς νόημα η ομιλία
και μόνο  το κλάμα
σε πείθει ή δε σε πείθει
τα μαλακά παιχνίδια
δεν ματώνουν λιγότερο τα ούλα
σε πλησιάζω
σου χαρίζω
ένα ξεδοντιασμένο χαμόγελο
εσύ είσαι ξένος και ατζαμής
έχω καλό προαίσθημα
σίγουρα, σίγουρα
θα με βρεις όμορφη.

Ανυπεράσπιστος Χρυσός

Love_

Ο άντρας που με αγαπούσε
κάπου εκεί ανάμεσα στη Βαλχάλα
και τον Όλυμπο ζούσε
στο ποτάμι των παιδικών μου χρόνων
μαζί με την Βογκλίντε, την Βελγκούντε
και την Φλοσχίλντε κολυμπούσε
καντάδες μου έψαλλε, ευχές μου έστελνε
με τραγούδια γερμανικά που ακουγόταν
ελληνικά και το αντίστροφο.
Σαν να βρισκόμουν πάλι σπίτι
-στην πόλη που μεταφράζεται
του Καρόλου η ησυχία-
ή εκδρομή στην Αλσατία,
στην Μπεζανσόν με τα περίφημα υφαντά
απ’ όλες τις ανεμελιές μας
δεν έμεινε όρθια καμιά.
O άντρας που με αγαπούσε
είχε μια συλλογή από χάρτες
για την πορεία των μαλλιών μας έτρεφε
μεγάλες αυταπάτες
στο πρόσωπο γερμανίδων τουριστριών
το πρόσωπό μου αναζητούσε
και εκλιπαρούσε να ανοίξουν επιτέλους πια
τα σύνορα.
Σήμερα εκτίθεται βαλσαμωμένος
στο εγκληματολογικό μουσείο
τιμωρημένος για υπέρμετρη ματαιοδοξία
όπως ο Άλμπεριχ,
πρώτα νάνος, ύστερα δράκος, εν τέλει βάτραχος
και περίγελος των γιγάντων.
Aχ, ο άντρας που με αγαπούσε
τόσο νερό κι όμως δεν λησμονώ
το όνομα εκείνου, στην καρδιά μου
είναι θαμμένο όπως ο χρυσός του Ρήνου.

 

 

Ρέντα ίβσετ

αγόρια φτιάχνουν ένα θρόνο και πάνω κάθεται ο βασιλιάς

μη ομιλείτε περί ενοχής
μη ομιλείτε περί ευθύνης
Κ.Κ.

Στο υποβρύχιο του Ιουλίου Βερν
έπαψα να φοβάμαι τις ποινές
κι ανέκαθεν από το γύρω του κόσμου
προτιμούσα τις είκοσι χιλιάδες λεύγες
όποιον ποτέ μια λέξη δεν τον άρπαξε
απ’ το λαιμό, ασφαλώς
δεν έχει ιδέα.
Το 1993 εγώ περίμενα
στου Σοχουμιού την αποβάθρα
χαιρετισμό να δω της προγιαγιάς
αντ’ αυτού ΟΥΚάδες στα Δαρδανέλλια
επιχείρηση «Χρυσόμαλλο Δέρας».
Μουσουλμανόμαγκες, δικό σας το ξανθό στάχυ, το βαμβάκι
των Αλβανών οι κάρες
δικά σας τα άγραφα βουνά και η Σρεμπρένιτσα.
Δική μου η άρνηση να μάθω κολύμπι
ή να πατήσω πόδι σε πλοίο
ο πανικός μπροστά στην άγρια χαρά του Ισμαήλ
πάνω στη ράχη της μεγάπτερης φάλαινας
ξέχειλης από αισθήματα
η λύπη μου για το κυνήγι
ίδιο στα σύνορα, στον κάμπο
και στη γαλάζια θάλασσα
ίδιο στο δάσος των πάντα φωτισμένων πόλεων.

όταν κάτι χαρούμενο πέφτει

kyra vasilo 001

βαφτίζεις τον ουρανό κάτω 
τη βαρύτητα απογείωση
οπότε όταν σπας στο έδαφος και γίνεσαι θρύψαλα
περιμένεις με χαρά
να σε πατήσουν
παιδικές πατούσες
ενώ 
επιτέλους
δεν σκέφτεσαι πια 
και κάποιος φροντίζει για ‘σενα.

*με την ποιητική σύμπραξη του Αστροσκόνη