Χρήσιμα Παιδικά Παιχνίδια

12189630_1718230325127474_6710674660841199040_n Χρήσιμα Παιδικά Παιχνίδια, Αντίποδες, 2016

Advertisements

Στο πάρκο

10383970_10152849015007460_2568600124193974308_n61718_444104977459_2851543_n

Θέλησα τον κόσμο παιδικό πάρκο
με το προστατευτικό δίχτυ του
όχι χωρίς
θέλησα το σώμα βρεφικό
με τα σάλια του
πηγαίνω
στα τέσσερα
χωρίς νόημα η ομιλία
και μόνο  το κλάμα
σε πείθει ή δε σε πείθει
τα μαλακά παιχνίδια
δεν ματώνουν λιγότερο τα ούλα
σε πλησιάζω
σου χαρίζω
ένα ξεδοντιασμένο χαμόγελο
εσύ είσαι ξένος και ατζαμής
έχω καλό προαίσθημα
σίγουρα, σίγουρα
θα με βρεις όμορφη.

Ανυπεράσπιστος Χρυσός

Love_

Ο άντρας που με αγαπούσε
κάπου εκεί ανάμεσα στη Βαλχάλα
και τον Όλυμπο ζούσε
στο ποτάμι των παιδικών μου χρόνων
μαζί με την Βογκλίντε, την Βελγκούντε
και την Φλοσχίλντε κολυμπούσε
καντάδες μου έψαλλε, ευχές μου έστελνε
με τραγούδια γερμανικά που ακουγόταν
ελληνικά και το αντίστροφο.
Σαν να βρισκόμουν πάλι σπίτι
-στην πόλη που μεταφράζεται
του Καρόλου η ησυχία-
ή εκδρομή στην Αλσατία,
στην Μπεζανσόν με τα περίφημα υφαντά
απ’ όλες τις ανεμελιές μας
δεν έμεινε όρθια καμιά.
O άντρας που με αγαπούσε
είχε μια συλλογή από χάρτες
για την πορεία των μαλλιών μας έτρεφε
μεγάλες αυταπάτες
στο πρόσωπο γερμανίδων τουριστριών
το πρόσωπό μου αναζητούσε
και εκλιπαρούσε να ανοίξουν επιτέλους πια
τα σύνορα.
Σήμερα εκτίθεται βαλσαμωμένος
στο εγκληματολογικό μουσείο
τιμωρημένος για υπέρμετρη ματαιοδοξία
όπως ο Άλμπεριχ,
πρώτα νάνος, ύστερα δράκος, εν τέλει βάτραχος
και περίγελος των γιγάντων.
Aχ, ο άντρας που με αγαπούσε
τόσο νερό κι όμως δεν λησμονώ
το όνομα εκείνου, στην καρδιά μου
είναι θαμμένο όπως ο χρυσός του Ρήνου.

 

 

Ρέντα ίβσετ

αγόρια φτιάχνουν ένα θρόνο και πάνω κάθεται ο βασιλιάς

μη ομιλείτε περί ενοχής
μη ομιλείτε περί ευθύνης
Κ.Κ.

Στο υποβρύχιο του Ιουλίου Βερν
έπαψα να φοβάμαι τις ποινές
κι ανέκαθεν από το γύρω του κόσμου
προτιμούσα τις είκοσι χιλιάδες λεύγες
όποιον ποτέ μια λέξη δεν τον άρπαξε
απ’ το λαιμό, ασφαλώς
δεν έχει ιδέα.
Το 1993 εγώ περίμενα
στου Σοχουμιού την αποβάθρα
χαιρετισμό να δω της προγιαγιάς
αντ’ αυτού ΟΥΚάδες στα Δαρδανέλλια
επιχείρηση «Χρυσόμαλλο Δέρας».
Μουσουλμανόμαγκες, δικό σας το ξανθό στάχυ, το βαμβάκι
των Αλβανών οι κάρες
δικά σας τα άγραφα βουνά και η Σρεμπρένιτσα.
Δική μου η άρνηση να μάθω κολύμπι
ή να πατήσω πόδι σε πλοίο
ο πανικός μπροστά στην άγρια χαρά του Ισμαήλ
πάνω στη ράχη της μεγάπτερης φάλαινας
ξέχειλης από αισθήματα
η λύπη μου για το κυνήγι
ίδιο στα σύνορα, στον κάμπο
και στη γαλάζια θάλασσα
ίδιο στο δάσος των πάντα φωτισμένων πόλεων.

όταν κάτι χαρούμενο πέφτει

kyra vasilo 001

βαφτίζεις τον ουρανό κάτω 
τη βαρύτητα απογείωση
οπότε όταν σπας στο έδαφος και γίνεσαι θρύψαλα
περιμένεις με χαρά
να σε πατήσουν
παιδικές πατούσες
ενώ 
επιτέλους
δεν σκέφτεσαι πια 
και κάποιος φροντίζει για ‘σενα.

*με την ποιητική σύμπραξη του Αστροσκόνη

Πραγματικοί αγνοούμενοι

DSCF1229

Σε δύο καθίσματα στριμωγμένη
ονειρευόμουν, νόμιζα, την έξοδο
σχέδια κατάστρωνα και πλέξεις

ώσπου με λέξεις συνεπιβαίνουσα
ως Αριάδνη μου συστήθηκε
κλώθοντας της συζήτησης το μίτο

μέχρι που με νανούρισε ο συρμός

το στόμα μου έχασκε
για ώρα φαίνεται
ομοίως ο γκρεμός

κι απαρεγκλίτως
γείραμε προς το μέρος του
την κούνια έσπρωχνε

ο πανικός

από τη σύγκρουση
ως κι ο Μινώταυρος
δήλωσε αργότερα

πως χάθηκε
απ’ τα μάτια μου
ο λαβύρινθος

κατά τον απεγκλωβισμό

είδαμε τα κομμένα κεφάλια των βοδιών
σαν θεατρίνος πάλι δήλωσε μόνο
ουφ, δεν είμαι εγώ

ενώ οι πιο ψύχραιμοι
μεταξύ τρένων και βουνών
‘ψάχναν το φράχτη

μεταξύ ημών ομοίως

κάποιος συμπλήρωσε
εκείνος, η Αριάδνη κι εγώ
απλώς πήραμε τα πόδια μας

ως τον επόμενο σταθμό
άδειος ήταν κι αποφασίσαμε
πως όλα ήταν όνειρο

σκουπίζοντας τα σάλια μας

κι ανυπερθέτως έμπειροι
σε θέματα χαμού
εκ νέου τραβήξαμε

καθένας προς το μύθο του.

 

εγκώμιο του αδελφού μου

021

        Απ’ τον καιρό που τσακωνόμασταν για το κομμάτι της τάρτας το καλό, που τα αγγλικά τα άκουγες γλυκά και μέσα στη ντουλάπα μας έβρισκες μια σπηλιά, ζώα, πουλιά που πάραυτα  σου τα βάφτιζα για να τα θάψουμε μαζί λίγο μετά, πέρασαν τούρτες, κεράκια, πέρασαν δάση βαριά. Ψηλότερος τώρα εσύ  όλα τα φτάνεις, νάρνια, λέω, και κατεβάζεις τα άλμπουμ με τα αληθινά βαφτίσια, λάμπουν ευθύς όλα μας τα βασίλεια κι ας βρίσκει το κεφάλι μας στην πόρτα. Νερό, έπειτα, ζητώ και μου το φέρνεις. Και καφετιέρα μου αγόρασες και μαγειρεύεις κιόλας. Με χωριάτικη πίστη, ακλόνητη, παιδί μου σε καλώ ακόμα κι αφού μπορώ, χορταίνω με τα γεύματα σου όλα.